Αναζήτηση

Και ...διηγώντας τα να κλαίς

200 χρόνια Ελλάδα γεμάτα «άγνωστους ήρωες»


Πώς τιμά η πατρίδα τους ήρωές της; Πώς ένας λαός δείχνει την ευγνωμοσύνη του σε εκείνους που πότισαν με το αίμα τους το δένδρο της Ελευθερίας; Την απάντηση την έχει δώσει ο Αλέκος Σακελλάριος προ πολλού, μέσα από την ανεπανάληπτη ερμηνεία του Βασίλη Λογοθετίδη στην ταινία «Ενας ήρωας με παντούφλες»


Αριστείδης Χατζής - Protagon


Λυμπεριάδης ο Νάξιος (γλύπτης): Η Πατρίδα δεν έχει υποχρέωση σε κανέναν στρατηγέ μου. Γιατί ό,τι κάνει κανείς για την πατρίδα του, κι αυτό εσύ το ξέρεις καλύτερα από κάθε άλλον, δεν είναι ρουσφέτι, είναι καθήκον!


Στρατηγός Λάμπρος Δεκαβάλας (αυστηρά): Βεβαίως! Καθήκον! Αυτό έλεγα κι εγώ. Καθήκον!


Λυμπεριάδης ο Νάξιος: Αλλά στρατηγέ μου, αν σ’ όλους αυτούς τους ήρωες που αγωνιστήκανε γι’ αυτόν τον τόπο, τους στήναμε κι από ένα άγαλμα θα φρακάριζαν οι δρόμοι και οι πλατείες και δεν θα είχαμε μέρος να περπατήσουμε.

Σε αυτήν τη σπαρακτική σκηνή από το κινηματογραφικό αριστούργημα των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου, «Ενας ήρως με παντούφλες» (1958), ο απόστρατος στρατηγός Λάμπρος Δεκαβάλας, ήρωας των πολέμων του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, συνειδητοποιεί ότι δεν ήταν η πατρίδα αυτή που τον θυμήθηκε και θέλησε να τον τιμήσει.


Απλώς κάποιοι επιτήδειοι πολιτικάντηδες (με επικεφαλής τον ιδιαίτερο του Υπουργού) βρήκαν μια ακόμα ευκαιρία για μίζες: ένα άγαλμα στην πλατεία μπροστά στο σπίτι του στρατηγού. Μια πλατεία που θα πάρει και το όνομά του. Ο Βασίλης Λογοθετίδης (το alter ego του Σακελλάριου) στο κύκνειο κινηματογραφικό του άσμα, καλύτερος παρά ποτέ στα 60 του χρόνια, στον ρόλο του γενναίου αλλά τόσο αγνού πατριώτη και ήρωα, μαθαίνει συγκλονισμένος την αλήθεια από τον καλλιτέχνη (Βαγγέλης Πρωτοπαππάς) που φυσικά τον εκμεταλλεύτηκαν κι αυτόν. Η απογοήτευσή του είναι φοβερή, καταρρέει ένας ολόκληρος κόσμος.


Οταν, στην αρχή της ταινίας, μαθαίνει ότι η πατρίδα θα τον τιμήσει, ο γενναίος στρατηγός συγκινείται, δακρύζει, κομπιάζει: «Εγώ το καθήκον μου έκανα. Εγώ όταν πολεμούσα δεν πήγαινα ούτε για πλατεία, ούτε για άγαλμα. Εκανα το καθήκον μου, όπως το ένιωθα εγώ. Τώρα αν η πατρίς νομίζει ότι το αξίζω… Νομίζει ότι το αξίζω…» (δεν μπορεί να συνεχίσει).


Ομως μέσα στον ενθουσιασμό για την τιμή, όσο ακόμα δεν έχει αντιληφθεί τι γίνεται πίσω από την πλάτη του, ρωτάει ποιος ήταν αυτός ο Κατσιγιάννης που τιμούσε η πλατεία μέχρι τώρα. Μαθαίνει ότι ο Κατσιγιάννης ήταν ένα παλληκάρι του Ανδρούτσου που σε εκείνη την τοποθεσία, έπεσε πολεμώντας εναντίον ενός ολόκληρου τουρκικού αποσπάσματος. Η αντίδρασή του είναι αυτή που περιμένουμε, γιατί ο Κατσιγιάννης και ο Στρατηγός Δεκαβάλας ανήκουν στην ίδια πάστα: «Μπράβο Κατσιγιάννη! Δηλαδή το έλεγε η περδικούλα του. Παλληκαράκι! Εκανε το καθήκον του δηλαδή. Ε, να, αυτά είναι που σου λέω. Πώς θα του πάρω τώρα εγώ την πλατεία του ανθρώπου; Πώς θα του πω, έβγα εσύ να μπω εγώ; Αμαρτία είναι, ντρέπομαι…».


Αυτή είναι η μοίρα των ηρώων. Η μνήμη έχει να κάνει με τη συγκυρία. Οι περισσότεροι θα ξεχαστούν. Ημουν 9 ετών όταν διάβασα το πρώτο μου βιβλίο για την Επανάσταση. Μου άλλαξε τη ζωή, αυτός ήταν ο πρώτος έρωτας. Από τότε μέχρι σήμερα έχουν περάσει από τα χέρια μου εκατοντάδες βιβλία, απομνημονεύματα, αρχεία, χειρόγραφα, εφημερίδες, επιστημονικά άρθρα, πίνακες, χαρακτικά, ακόμα και φωτογραφίες. Μια μεγάλη, ατελείωτη παρέλαση ηρώων. Ηρώων που οι περισσότεροι έχουν ξεχαστεί.


Διαβάζω τα ευρήματα της δεύτερης δημοσκόπησης του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦίΜ) για το 1821. Την ερώτηση «Μπορείτε να θυμηθείτε τα ονόματα των σημαντικότερων πρωταγωνιστών της Επανάστασης του 1821;» την είχαμε θέσει από την πρώτη δημοσκόπηση. Οταν έλαβα τα αποτελέσματα, κοίταξα την κάρτα που μας έδωσε η εταιρεία ερευνών MARC με τους «πρωταγωνιστές», τους πιο δημοφιλείς, και ζήτησα μετά να δω το Excel με τα ονόματα αυτών που τους θυμήθηκαν λιγότερα από δέκα άτομα. Που δεν ξεπέρασαν το 1% για να χωρέσουν στην κάρτα. Ο Πανουργιάς, ο Ζαΐμης, ο Τομπάζης, ο Φαρμάκης, ο Κουντουριώτης, ο Δεληγιάννης, ο Σαχίνης, ο Πολυζωΐδης, ο Νοταράς, ο Πλαπούτας, ο Λόντος, ο Παππάς, ο Σαχτούρης, ο Αποστόλης. Ο Ολύμπιος πού είναι; Ούτε ένας δεν τον θυμήθηκε; Ο Καρπενησιώτης; Ο Αναγνωστόπουλος; Ο Κυριακούλης; Ο Παπαδιαμαντόπουλος; Ο Άστιγξ, ο Φαβιέρος, ο Μάγερ, ο Νόρμαν, ο Ταρέλα, ο Βαλέστ, ο Τζάρβις; Δεν χωράνε στην κάρτα, ποιον να βγάλουν άλλωστε από εκεί; Ο Κοραής μπήκε φέτος με το ζόρι, μόλις έφτασε το κατώφλι. Τον ανέφεραν 12 άτομα.


Ο Στρατηγός Δεκαβάλας μαθαίνει για την «τιμή» που θα του κάνει η πατρίδα σε μια δύσκολη στιγμή της ζωής του, όταν επιβιώνει με το ζόρι με μια πενιχρή σύνταξη απόστρατου. Η γυναίκα του (Νίτσα Τσαγανέα), τολμά να ρωτήσει: «Η σύνταξη θα μείνει όπως είναι τώρα ή μήπως με το άγαλμα θα…». Τον κάνει να ντρέπεται αυτή η ερώτηση, όσο εύλογη κι αν είναι.

Ο Βασίλης Λογοθετίδης ως στρατηγός Λάμπρος Δεκαβάλας έμπλεος χαράς και συγκινήσεως την στιγμή που κάποιοι επιτήδειοι εξαργυρώνουν τα κατορθώματά του… / filmy.gr


Στο τέλος της ταινίας, ο εξαθλιωμένος αλλά πάντα αξιοπρεπής στρατηγός έχει καταλάβει, για πρώτη φορά στη ζωή του, πόσοι πάτησαν πάνω στον δικό του ηρωισμό και τον αγνό πατριωτισμό, για τον ξεπουλήσουν, να τον εκμεταλλευτούν, να σπεκουλάρουν. Ο στρατηγός αντιδρά ακριβώς με τον τρόπο που ένας τέτοιος άνθρωπος θα μπορούσε να αντιδράσει. Δυναμικά, τίμια, γενναία. Σιχαίνεται και εκδιώκει όλους τους εκπροσώπους του μηχανισμού διαφθοράς, χυδαίας εθνικοφροσύνης, αναίσχυντης πατριδοκαπηλίας. Αλλά ούτε κατά διάνοια δεν αλλάζει η στάση του απέναντι στην πατρίδα. Η πατρίδα δεν έχει σχέση μ’ αυτό το φύραμα. Η πατρίδα του βρίσκεται μέσα στην ψυχή του, τα ιερά του όπλα, τη φθαρμένη στολή του. Δεν θα άλλαζε τίποτα από τη ζωή του. Δεν μετανιώνει για όσα έκανε γι’ αυτήν την πατρίδα.


«Σου πέρασε η ιδέα ότι όσα έκανα εγώ με το σπαθί στο χέρι, τα έκανα για μερικούς επιτήδειους και για μερικά σκουλήκια; Ο,τι έκανα εγώ το έκανα για 8 εκατομμύρια Έλληνες. Αυτό το σπαθί πολέμησε χρόνια και χρόνια για τα ιδανικά μιας ολάκερης φυλής». Δεν θα μπορούσαν να το πουν καλύτερα όσοι πέθαναν στη μάχη από το 1821 μέχρι το 1829, όσοι πρόσφεραν τα πάντα, όσοι ξεχάστηκαν, όσοι συκοφαντήθηκαν, όσοι αδικήθηκαν, όσοι εγκαταλείφθηκαν. Αλλά και όσοι τιμήθηκαν και πέθαναν με δόξα. Ολοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία. Η μνήμη τους διαχωρίζει αλλά η πατρίδα όχι. Τα αγάλματά τους τα έχει στήσει η Ιστορία, υπάρχουν εκεί, μέσα στα χαρτιά, στα βιβλία, στα μουσεία, σε ό,τι μας απέμεινε απ’ αυτούς. Η οφειλή είναι μεγάλη, δεν θα ξεπληρωθεί ποτέ. Γιατί αυτό που έκαναν δεν ήταν απλώς ηρωικό. Ήταν ακατόρθωτο, μια τρέλα, ένα θαύμα.


Τι έγινε μετά; Πώς τους αντιμετώπισε η πατρίδα; Αν πραγματικά σας ενδιαφέρει να μάθετε τι απέγιναν, υπάρχουν δύο πρόσφατες διδακτορικές διατριβές, υψηλής ποιότητας, γραμμένες από δύο νέες καλές ιστορικούς: «Οι Αγωνιστές του 1821 μετά την Επανάσταση» της Ελισσάβετ Τσακανίκα (Εκδ. Ασίνη, 2019) και το «Η Ανταμοιβή των Αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης» (Εκδ. Παπαδόπουλος, υπό έκδοση) της Σωτηρούλας Βασιλείου. Η πραγματικότητα, όπως θα δείτε, είναι πολύ πιο σύνθετη και αρκετά διαφορετική από τη σχηματική εικόνα που παρουσιάζουν οι σύγχρονοι πατριδοκάπηλοι και οι επαγγελματίες εθνικόφρονες.


Στην τελική σκηνή της ταινίας (βασισμένης στο θεατρικό έργο του 1947), όταν η ηλεκτρική εταιρεία τού κόβει και το φως γιατί δεν είχε να το πληρώσει, ο στρατηγός ανάβει μια λάμπα λαδιού. Και ξαφνικά φωτίζεται ολόκληρη η πλατεία με το άγαλμά του. Βγαίνει έξω, βλέπει τους εκατοντάδες μικρούς προβολείς (και άλλες μίζες…) και απευθύνεται με πίκρα στο άγαλμα: – Έι, στρατηγέ, στρατηγέ! Εσένα μωρέ μιλάω! Εσένα με το άλογο και με το σπαθί. Κάνουμε μιαν αλλαξιά; Να σου δώσω εγώ τη λάμπα μου, μου δίνεις έναν προβολέα; Ενανε μωρέ, ένανε! Η ταινία τελειώνει με τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι να πλημμυρίζει τα πάντα καθώς η ελληνική σημαία που κυματίζει καλύπτει σιγά-σιγά τον Βασίλη Λογοθετίδη.

Ο στρατηγός Λάμπρος Δεκαβάλας (Βασίλης Λογοθετίδης) στο μπαλκόνι του σημαιοστολισμένου μα σκοτεινού σπιτιού του, σε διαπραγμάτευση με τον αδριάντα του για έναν προβολέα… Φινάλε…


* Ο Αριστείδης Χατζής είναι Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦίΜ) και μέλος της Επιτροπής «Ελλάδα 2021».

21 προβολές0 σχόλια