Αναζήτηση

Το παζάρι του Άι-Δημητριού στη Ναύπακτο

Γράφει η Μάρθα Ασημακοπούλου


Άρχισε τον Οκτώβριο - το μήνα που γιόρταζε ο πολιούχος μας- το 1867, στο Κεφαλόβρυσο στο κτήμα του Σουλιώτη Νίκου Τζαβέλλα, μετέπειτα δημάρχου. Κάποιες χρονιές, όπως το 1918 με τη μεγάλη επιδημία γρίπης και στην κατοχή 1941-1945, δεν έγινε. Από τότε που θυμάμαι, το παζάρι άρχιζε από την Εθνική Τράπεζα, έφτανε ως το 3ο Δημοτικό σχολείο και απλωνόταν σε όλη την πλατεία Τζαβελλαίων. Στην ανηφόρα προς τον Α-Γιώργη, γινόταν το ζωοπάζαρο αλλά και στο Γρίμποβο. Μικρά και μεγάλα ζώα περίμεναν ν' αλλάξουν χέρια. Άλογα, γαϊδούρια, μουλάρια, αρνιά, γίδες, μαζί και η απαραίτητη τροφή τους για όσο διάστημα θα έμεναν εκεί.

Φωτό: Πλατεία Φαρμάκη. Εδώ διέμενε ο Μουχτάρ γιος του Αλί Πασά των Ιωαννίνων. Με την απελευθέρωση το 1829 περιήλθε στον προεστό οπλαρχηγό Κωνσταντίνο Δασκαλάκη. Αργότερα στους απογόνους του, οικογένεια Διαμαντή Διαμαντόπουλου. Σήμερα καφενείο Τσουκαλά.


Οι παζαριανοί με το <<βαρύ>> εμπόρευμα, τα υφαντά ( φλοκάτες, στρώσεις, βελέντζες, παπλώματα, ασπρική )- νοίκιαζαν μεγάλα μαγαζιά πέριξ της πλατείας Φαρμάκη και κατά μήκος του κεντρικού δρόμου. Έτσι διασφάλιζαν τα ευαίσθητα υπάρχοντά τους από τη βροχή, που πολλές χρονιές τέτοιες μέρες, έπεφτε ασταμάτητα! Παροιμιώδης είναι η έκφραση <<Ωρέ, βρέχει ακόμα στον Έπαχτο;>> Κρεμούσαν τα εμπορεύματά τους και γιόμιζε ο τόπος τέχνη, ομορφιά και χρώματα! Οι γονείς που είχαν κορίτσια, με τις οικονομίες της χρονιάς όλο και κάτι θα ψώνιζαν, ετοιμάζοντας σιγά- σιγά και από νωρίς την προίκα τους.

Στην πλατεία Τζαβελλαίων, παράγκες με γυαλικά, Γιαννιώτικα ασημικά- εξαιρετικής τέχνης-υφάσματα, είδη σπιτιού, παιχνίδια. Ποιος δε θυμάται το <<τράκα- τρούκα>> από τα μικρά τσίγκινα μπακακάκια που οι νεαροί τα κρατούσαν και ξάφνιαζαν τα κορίτσια στο βολτάρισμα του παζαριού. Μικροί και μεγάλοι τα αγόραζαν. Πλάκα είχαν… Και οι πάγκοι με τα<< κοσμήματα>>. Εκείνο το <<ολόχρυσο>> δαχτυλιδάκι της δραχμής που μου έπαιρνε ο πατέρας μου κάθε χρόνο! Σε σχήμα καρδιάς ή οβάλ, κατά προτίμηση κόκκινο το <<πετράδι>> του. Και το ρολογάκι με το πλαστικό λουράκι- κόκκινο κι αυτό- το αγαπημένο χρώμα του μπαμπά μου και δικό μου. Το κούρδιζα το κούρδιζα… Μέχρι να πάω σπίτι τα είχα διαλύσει, αλλά δεν πείραζε, εγώ τη χαρά την είχα πάρει. Στη ζωή μου φόρεσα<< μπιχλιμπίδια>> πολλά και καλά και αξίας και δεύτερα. Εκείνη η χαρά που μου έδωναν τα παζαριανά μου στολίδια, ήταν και παραμένει μοναδική!

Η τσίκνα της γουρνοπούλας, τα κόκκινα γλειφιτζούρια- κοκοράκια, το σάμαλι και το μαλλί της γριάς συνόδευαν τις βόλτες μας. Ο μπάρπα-Νικόλας, είχε ένα ψηλό, ίσα με το μπόι του <<καζάνι>> με καρούλια και σουλατσάριζε πέρα - δώθε στο δρόμο τραγουδώντας τα δικά του άσματα << Και θα της δώσει προίκα, μια κατσαρόλα τρύπια>>. Έβαζε σ' αυτό το περίεργο σκεύος που θερμαινόταν από κάτω, μια κουταλιά ζάχαρη και τσουπ, μαγικά, σου έδινε τυλιγμένη στο ξυλάκι, μια ροζουλιά << τλούπα>> μαλλί, μεγαλύτερη από το κεφάλι σου! Στην προσπάθεια να γευτείς περισσότερο μαλλί, έχωνες τα μούτρα σου στη λειχουδιά, με αποτέλεσμα να κολλάνε, φάτσα, μαλλιά, χέρια! Οι μανάδες δε θέλανε να μας παίρνουν το εν λόγω παρασκεύασμα. Δεινοπαθούσαν να μας φέρουν σε λογαριασμό με το χειρομάντηλό τους στη πλησιέστερη βρύση.

Η αυλή των θαυμάτων ήταν στον ανοιχτό χώρο στα ριζά του Ασκληπιείου και του σημερινού δρόμου. Έστηναν παράγκες και τέντες- τύπου θεατρικής αίθουσας- και έναντι εισιτηρίου η κάθε μια προσέφερε το δέλεαρ μιας διαφορετικής ατραξιόν κάτω από τους ήχους δυνατής μουσικής.

Ο ζογκλέρ κρατούσε γυάλινες μπάλες σε σταθερή περιστροφή στον αέρα! Έβγαζε φωτιές απ΄το στόμα, κουνέλια απ΄τα μανίκια, μαντίλια απ' τ' αυτιά! Ο ντελάλης διαλαλούσε τον ψηλότερο άνθρωπο στον κόσμο! Ένας νάνος, ντυμένος πειρατής φώναζε<< Εδώ η ασώματος κεφαλή>>. Αρκούδες και μαϊμούδες που χόρευαν! Το κλουβί με τα φίδια, η σκοποβολή, η λοταρία, οι κρίκοι στα μπουκάλια, ο πανοραματζής <<Ελάτε να δείτε τον Λουμπούμπα και την εκτέλεση του Μεντερέ>>.Και ο παπατζής με το <<Εδώ παπάς εκεί παπάς...>> που ο μόνος κερδισμένος ήταν ο ίδιος και τα τσιράκια του!

Στην πέρα πλατεία, κάτω απ' το σχολείο, ο γύρος του θανάτου!<<Με ένα χέρι μ 'ένα πόδι, σταυροπόδι δίχως χέρια>>.Τρανταζόταν ο πελώριος ξύλινος κύλινδρος καθώς ο αναβάτης με τη μηχανή του περιστρεφόταν στα τοιχώματα κάνοντας τις επικίνδυνες φιγούρες του! Έλεγες, τώρα θα πεταχτεί έξω να μας πάρει όλους μπάλα. Εγώ, στον εξώστη του <<βαρελιού>> κρατώντας από φόβο τον πατέρα μου, πότε απ' το χέρι, πότε απ' το σακάκι, θαύμαζα όλα τούτα που φάνταζαν στα παιδικά μου μάτια, σπουδαία!

Με το που έπεφτε η νύχτα, κούρδιζαν τα όργανα στου Σατλάνη, στο Στολίδι, στου Καπορδέλη το καφενείο, δίπλα στο υπόγειο το μαγαζί <<Τσολιάς>>, άλλες τέσσερες- πέντε κομπανίες γύρω- γύρω στο κέντρο. Στο Κεφαλόβρυσο στου Καρακώστα και του Αυλωνίτη. Παπασιδέρης, Κόρος, Αραπάκης, Μόσχος, Καρναβάς, Σαλέας, Βερρέοι. Όλες οι φίρμες στη Ναύπακτο, να γλεντήσουν και να χορέψουν τους μερακλήδες. Η πόλη ζούσε σε μια διαρκή βοή !

Ως αχθοφόρος των αισθήσεων και των αναμνήσεων θα κάνω και φέτος τα σουλάτσα μου στο παζάρι μας. Στην πόλη θα επικρατεί ησυχία! Όλα έχουν αλλάξει! Φυλές και φυλές υπό τη σκέπη της πελώριας, αναβαθμισμένης τέντας στη θέση<< Παλαιά Σφαγεία>>, θα επιδοθούν επιτυχώς στην τέχνη του<<Δούναι και Λαβείν>>! Στόχος, να ξεπουλήσουν τα εμπορεύματά τους...Στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε, τούτος ο μικρόκοσμος εκεί μέσα, θα καταρρίψει για μια φορά ακόμα τη ρήση <<Έλλειψη χρημάτων, στάση εμπορίου>>. Χρώματα, μουσικές, μυρουδιές, θόρυβοι και οι φωνές των παζαριανών που διαλαλούν την ποιότητα και την φθήνια της πραμάτειας τους, είναι το πρόσθετο συστατικό αυτής εδώ της αγοράς. Το παζάρι του τότε και του σήμερα! Προεξάρχουσα ιστορία της χρονιάς, με το ανατολίτικο ταπεραμέντο της, αποτελεί για πολλούς από μας, παραδοσιακό μείγμα αναμνήσεων, ευφορίας και μελαγχολικής νοσταλγίας για τα παζάρια των παιδικών μας χρόνων!

Χρόνια πολλά Πατριώτες-Καλά παζάρια!

183 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων